Corfu Weather Station Live
Βασικές Αρχές Μετεωρολογίας
Μετεωρολογία
Η Μετεωρολογία αποτελεί κλάδο των Φυσικών επιστημών, με κύριο αντικείμενο την έρευνα της ατμόσφαιρας στο σύνολό της και τα φαινόμενα που συμβαίνουν σ΄ αυτή. Και επειδή τα φαινόμενα που ενδιαφέρουν τη Μετεωρολογία είναι εκείνα που συμβαίνουν στο κατώτερο στρώμα της ατμοσφαίρας, που παρατηρούνται δηλαδή ως «τροπές», ως μεταβλητές αυτού του στρώματος, ονομάσθηκε αυτό τροπόσφαιρα. Επειδή όμως τα φαινόμενα αυτά και οι αρχαίοι Έλληνες τα ονόμαζαν «μετέωρα» εξ αυτού και η επιστήμη επ΄ αυτών ονομάσθηκε Μετεωρολογία και τα φαινόμενα Μετεωρολογικά φαινόμενα.
Τα σημαντικότερα αυτών των φαινομένων είναι η ατμοσφαιρική πίεση, οι μεταβολές της θερμοκρασίας, οι μετακινήσεις αερίων μαζών, η εξάτμιση, η υγρασία, ο σχηματισμός και η εξέλιξη των νεφών, η υγροποίηση των υδρατμών, τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα, καθώς και οι μορφές απόθεσης. Επίσης εκείνα που προέρχονται από τον ατμοσφαιρικό ηλεκτρισμό καλούμενα «καταιγίδες», και εκείνα που οφείλονται στην ίδια την ατμόσφαιρα όπως διάθλαση, ανάκλαση κλπ. ως και η σπουδή των φαινομένων πάνω από ξηρά ή θάλασσα και σχέσεων αυτών, αποτελούν αντικείμενο της Μετεωρολογίας.
Στη σπουδή των φαινομένων, η Μετεωρολογία αναζητά τις γενεσιουργές αιτίες αυτών και τους παράγοντες που συμβάλουν, φθάνοντας στο σημείο της σχετικής χάραξης αυτών σε χάρτες και από την μικρή χρονικά πρόβλεψη να φθάσει στην ασφαλή πρόβλεψη για μακρύτερο χρονικά διάστημα που αποτελεί και τον κυριότερο στόχο της.
Κύρια στοιχεία της Μετεωρολογίας καλούμενα και «Μετεωρολογικά στοιχεία» είναι η Ατμοσφαιρική πίεση, η Θερμοκρασία ατμοσφαίρας ή θερμοκρασία αέρος και η Υγρασία ατμόσφαιρας ή υγρασία αέρος. Αυτά τα στοιχεία που είναι ποσοτικά αποτελούν και τις αιτίες της όποιας ατμοσφαιρικής διατάραξης, αποτελέσματα της οποίας είναι τα παρατηρούμενα μετεωρολογικά φαινόμενα.
Ατμοσφαιρική πίεση ή «Βαρομετρική πίεση» ονομάζεται η πίεση που ασκεί η ατμόσφαιρα, με το βάρος της, στην επιφάνεια της Γης.
Στην επιφάνεια της Γης η ατμοσφαιρική πίεση ισούται, κατά μέσον όρο με το βάρος στήλης ύδατος ύψους 11 μ.(m) περίπου, ή με το βάρος στήλης υδραργύρου ύψους 760 χιλ. (mm).
Η ατμοσφαιρική πίεση που υφίσταται το σώμα του ανθρώπου αντισταθμίζεται από τον αέρα και τα λοιπά ρευστά που κυκλοφορούν εντός του οργανισμού του.
Η ατμοσφαιρική ή βαρομετρική πίεση
μεταβάλλεται «οριζόντια» και «κατακόρυφα» τόσο από τόπου εις τόπο, όσο και από
χρόνου εις χρόνο παρατήρησης.
Οι «οριζόντιες μεταβολές» είναι πολύ μικρότερες των «κατακόρυφων μεταβολών» πλην
όμως έχουν εξαιρετική σημασία στη δημιουργία των καιρικών φαινομένων, όπως π.χ.
οι άνεμοι, είναι αποτέλεσμα αυτών των μεταβολών.
Ημερήσια μεταβολή Εκτός των παραπάνω
οριζοντίων και κατακόρυφων μεταβολών παρατηρείται κατά τη διάρκεια του 24ώρου
(24h), υπό ομαλή βεβαίως καιρική κατάσταση και η «ημερήσια μεταβολή» κατά την
οποία η ατμοσφαιρική πίεση παρουσιάζει «διπλή κύμανση» με μέγιστη τιμή κατά τις
ώρες 10.00 και 22.00, και ελάχιστη κατά τις ώρες 04.00 και 16.00. Το κύριο εύρος
(διαφορά) αυτών είναι μικρό, 3,0 mm Hg στον Ισημερινό και 1,5 mm Hg στις
εύκρατες περιοχές.
Δηλαδή αυξανομένου του γεωγραφικού πλάτους, αυτή ελαττώνεται.
Η σημασία της ημερήσιας βαρομετρικής μεταβολής στα τροπικά πλάτη είναι μεγάλη. Η δε διαταραχή στη πορεία της ημερήσιας μεταβολής της ατμοσφαιρικής πίεσης αποτελεί για τους ναυτικούς τη πρώτη ένδειξη προσέγγισης τροπικού κυκλώνα.
Σημείωση:
Θερμοκρασία ατμόσφαιρας ονομάζεται η θερμοκρασία την οποία έχει ο ατμοσφαιρικός αέρας πάνω από μιά περιοχή. Η πρόγνωση του καιρού σε μια περιοχή βασίζεται κυρίως στη γνώση της εκάστοτε ατμοσφαιρικής πίεσης και της θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας της υπ΄ όψιν περιοχής και των πέριξ αυτής εκτάσεων.
Συνεπώς η αναφορά αυτής της έννοιας σχετίζεται πάντα με κάποια περιοχή, είτε μικρή, είτε μεγάλη. Η αναφορά δε, σε παγκόσμια κλίμακα ανάγεται σε αντικείμενο άλλης επιστήμης.
Η μετάδοση θερμότητας στην ατμόσφαιρα γίνεται με τους ακόλουθους τρόπους:
Κυριότεροι συνεπώς τρόποι μεταφοράς θερμότητας στην Ατμόσφαιρα από την επιφάνεια της Γης, που θερμαίνεται περισσότερο από τον Ήλιο είναι η κατακόρυφη μεταφορά και η οριζόντια μεταφορά.
Ο ατμοσφαιρικός αέρας θερμαίνεται αφ΄ ενός μεν από τις ηλιακές ακτίνες που τον διαπερνούν και αφ΄ ετέρου από την επιφάνεια του εδάφους που θερμαίνεται επίσης από την ηλιακή ακτινοβολία, πολύ όμως ισχυρότερα του αέρος. Γι αυτό και τα κατώτερα στρώματα της ατμοσφαίρας είναι θερμότερα των υπερκειμένων.
Η ένταση αυτή της ηλιακής ακτινοβολίας που
φθάνει στην επιφάνεια του εδάφους, είναι τόσο μεγαλύτερη όσο μεγαλύτερο είναι το
ύψος του Ηλίου (κάθετα). Επίσης η θερμοκρασία αυτή ελαττώνεται "καθ΄ ύψος" μέσα
στη τροπόσφαιρα κατά 0,64° C / 100 m (Κατακόρυφη θερμοβαθμίδα).
Έτσι π.χ. αν η θερμοκρασία στην επιφάνεια της ξηράς ή θαλάσσης είναι 20° C, τότε
σε ύψος 1000 μέτρα (m) η θερμοκρασία θα είναι περίπου 14° C.
Κατά τις ανέφελες νύκτες η επιφάνεια του
εδάφους λόγω έντονης ακτινοβολίας αρχίζει και ψύχεται πολύ περισσότερο του
υπερκείμενου αέρα. Τα κατώτερα επομένως στρώματα θα έχουν θερμοκρασία μικρότερη
των υπερκειμένων τους, δηλαδή η θερμοκρασία κατά ύψος ΄μέχρις ενός σημείου θα
αυξάνει αντί να μειώνεται. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται "αναστροφή της
θερμοκρασίας" ή θερμοκρασιακή αναστροφή.
Η αναστροφή αυτή είναι η αιτία της διατήρησης της ομίχλης.
Όπως είναι γνωστό στον ατμοσφαιρικό αέρα περιέχονται και υδρατμοί που προέρχονται από την εξάτμιση υγρών επιφανειών, κυρίως των θαλασσών. Η παρουσία αυτών των υδρατμών στον αέρα καλείται υγρασία.
Β΄: ποσότητα υπαρχόντων υδρατμών και
Β: ποσότητα που καθιστά τον αέρα κεκορεσμένο ή μέγιστη τάση υδρατμών.
Όταν επικρατεί ομίχλη ο αέρας είναι συνήθως
κεκορεσμένος.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι: όταν η θερμοκρασία αέρος,
που περιέχει ορισμένη ποσότητα υδρατμών ελαττώνεται, η σχετική υγρασία του
αυξάνει και αντίστροφα.
Πολύ συχνά τα Δελτία καιρού αναφέρουν και το στοιχείο της "σχετικής υγρασίας" σε
ποσοστό επί τοις 100, π.χ. 50%, 60% κ.λπ. Όταν η σχετική υγρασία είναι 100% τότε
η ατμόσφαιρα είναι κεκορεσμένη δηλαδή πλήρης υδρατμών μη δυνάμενη να συγκρατήσει
άλλους. Αντίθετα όταν είναι π.χ. 50% και η θερμοκρασία αέρος 20° C για τον
Χειμωνα, και 26° C για το Καλοκαίρι, τότε αισθανόμαστε ευχάριστα.
Η μέτρηση της υγρασίας της ατμόσφαιρας
γίνετα με ειδικά μετεωρολογικά όργανα τα οποία και είναι: τα υγρόμετρα, οι
υγρογράφοι καθώς και τα ψυχρόμετρα.
Τις μεθόδους μέτρησης της υγρασίας και προσδιορισμού αυτής, γενικά, καθώς και
την σε υδρατμούς περιεκτικότητα του αέρος, ειδικότερα, εξετάζει η Υγρομετρία που
είναι κλάδος της Φυσικής.
Η υγρασία της ατμόσφαιρας έχει άμεση επίδραση στην αποβολή ύδατος από το ανθρώπινο σώμα που συντελείται αφενός μεν από την εξάτμιση δια των πνευμόνων και του δέρματος, εκ των οποίων και ρυθμίζεται η θερμοκρασία του σώματος, αφετέρου δια των ούρων και κοπράνων. Η ποσότητα αυτή του εξατμιζομένου ύδατος που αποβάλλεται υπό μορφή υδρατμών ημερησίως, από ένα ενήλικο άτομο, ανέρχεται κατά μέσον όρο στα 1.500 γραμ., εκ των οποίων τα 30 γραμ. αποβάλλονται από τους πνεύμονες κατά την εκπνοή, και το υπόλοιπο από το δέρμα.
Μετά από σειρά φυσιολογικών ερευνών συμπεραίνεται ότι η ολική ποσότητα του εξατμιζόμενου αυτού ύδατος σε όμοια σταθερή θερμοκρασία εξαρτάται από την περιεκτικότητα του αέρα σε υδρατμούς, ενώ επί όμοιας υγρασίας εξαρτάται από την θερμοκρασία. Εκτός όμως των εξωτερικών αυτών συνθηκών επίδρασης σημαντική επίδραση φέρει και η κατάσταση του σώματος είτε από μυϊκή εργασία, είτε από την διατροφή είτε τέλος από την ενδυμασία. Σημειώνεται ακόμη ότι η αποβολή αυτή κατά τον Ρώμπνερ εξαρτάται και από την ποσότητα του εισπνεομένου αέρος που και αυτή ποικίλλει ανάλογα της κατάστασης του ανθρώπινου οργανισμού, αλλά και εκ των φυσικών φαινομένων. Για παράδειγμα ο άνεμος με θερμοκρασία 20-30 βαθμούς Κελσίου αφαιρεί από το δέρμα θερμαντικό εξ αγωγιμότητας δια του οποίου και περιστέλλεται η αποβολή του θερμαντικού. Αντίθετα η ατμοσφαιρική πίεση ελάχιστη επίδραση ασκεί στην αποβολή του ύδατος από τον οργανισμό.
Η δρόσος είναι το φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο οι υπάρχοντες υδρατμοί στην ατμόσφαιρα πλησίον του εδάφους συμπυκνώνονται σε μεγάλες σταγόνες νερού που καλύπτουν κάθε αντικείμενο. Έτσι κατά μεν την διαδικασία δημιουργίας χαρακτηρίζεται Μετεωρολογικό φαινόμενο κατά δε στο χώρο που συμβαίνει "ατμοσφαιρικό φαινόμενο".
Ιδιαίτερα στις ξάστερες νύκτες που δεν υπάρχουν σύννεφα, που να προστατεύουν σαν κάλυμμα την επιφάνεια της Γης, και όταν δεν φυσάει αέρας, δηλαδή υφίσταται άπνοια, η Γη ακτινοβολεί συνεχώς θερμότητα στην ατμόσφαιρα με αποτέλεσμα βαθμηδόν να ψύχεται η επιφάνειά της. Τότε το κατώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας, της τροπόσφαιρας, που έρχεται σε επαφή μ΄ αυτήν αρχίζει πρώτη αυτή να ψύχεται. Τα μόρια των υδρατμών λοιπόν που υφίστανται σ΄ αυτό το πολύ χαμηλό ύψος, αγγίζοντας τις ψυχρές επιφάνειες των σωμάτων αρχίζουν να συμπυκνώνονται και να κολλούν σ΄ αυτές έλκοντας και άλλα μόρια υδρατμών σχηματίζοντας έτσι υδροσταγόνες. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται δρόσος.
Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και στο καθρέφτη του μπάνιου όταν γίνεται χρήση ζεστού νερού, που θαμπώνει και στη συνέχεια εμφανίζονται σταγόνες νερού, ή όπως σ΄ ένα ποτήρι παγωμένου νερού, στην εξωτερική του επιφάνεια το Καλοκαίρι.
Σημείο δρόσου ή Σημείο υγροποίησης
ή σημείο κόρου ατμόσφαιρας χαρακτηρίζεται το σημείο εκείνο της
θερμοκρασίας που όταν οι υδρατμοί ψυχθούν δημιουργούν το φαινόμενο της δρόσου,
δηλαδή τις σταγόνες δρόσου. Στη θερμοκρασία αυτή εξυπακούεται πως ο αέρας είναι
κορεσμένος και δεν μπορεί να συγκρατήσει άλλους υδρατμούς με αποτέλεσμα η
σχετική υγρασία να είναι 100%.
Σημειώνεται όμως ότι η θερμοκρασία κορεσμού της ατμόσφαιρας ή του
"σημείου δρόσου" μπορεί να είναι οποιαδήποτε θερμοκρασία, πάνω από το 0° C.
Η θερμοκρασία αυτή εξαρτάται και μόνο από την ποσότητα των υδρατμών που περιέχει
1 κυβικό μέτρο αέρος, συνεπώς εξαρτάται από την απόλυτη υγρασία.
Η θερμοκρασία του σημείου δρόσου αποτελεί σπουδαίο μετεωρολογικό στοιχείο για
ένα τόπο και γι΄ αυτό πάντοτε αναφέρεται στους μετεωρολογικούς χάρτες με τα
σύμβολα D.P. από τα αρχικά του αγγλικού όρου Dew Point (=Δρόσου σημείο).
Γενικά η δρόσος χαρακτηρίζεται ως ένα από τα ευεργετικότερα μετεωρολογικά φαινόμενα, ειδικά στις καλλιέργειες, και όχι μόνο. Ιδιαίτερα στις περιοχές με λιγοστές βροχοπτώσεις όπως είναι τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, ιδίως οι Κυκλάδες η αξία της είναι ιδιαίτερα αντιληπτή. Αν έλλειπε η δρόσος όλα θα ήταν κατάξερα και καμιά καλλιέργεια δεν θα ευδοκιμούσε.
Το Νέφος (πληθυντικός: νέφη) ή σύννεφο (πληθυντικός: σύννεφα) (cloud) αποτελεί σύνολο λεπτότατων υδροσταγονιδίων ή λεπτότατων παγοκρυστάλλων, ή και εκ των δύο, που προέρχονται από την συμπύκνωση των υδρατμών που βρίσκονται στην ατμόσφαιρα. Η δημιουργία νέφους πολύ πλησίον ή επί της επιφάνειας της Γης (ξηράς ή θάλασσας) ονομάζεται εδικότερα ομίχλη.
Τα σύννεφα σχηματίζονται από ανοδικά ρεύματα
αέρα που φθάνουν στα ύψη της τροπόσφαιρας, όπου εκεί ψύχονται αδιαβατικά. Δηλαδή
η ελάττωση της θερμοκρασίας του αέρα επέρχεται από την εκτόνωση αυτού και όχι
από το περιβάλλον με συνέπεια να ψύχονται οι υδρατμοί και να σχηματίζονται τα
νέφη. Τα μόρια των υδρατμών ψύχονται και "κολλάνε" πάνω στους πυρήνες (τα
μικροσκοπικά σωματίδια της ατμόσφαιρας) σχηματίζοντας έτσι τα υδροσταγονίδια των
νεφών. Με τον τρόπο αυτό και με την συμπύκνωσή τους, που ως γνωστό επέρχεται
μόλις η θερμοκρασία (ψύξη) αέρος βρεθεί κάτω του σημείου δρόσου του,
σχηματίζονται τα νέφη στα διάφορα ύψη της τροπόσφαιρας.
Η ανύψωση, δηλαδή τα ανοδικά ρεύματα, του αέρα μπορεί να οφείλεται:
α) Ορογραφικά, δηλαδή από την παρεμβολή ορέων (βουνών).
β) Μετωπικά, δηλαδή σε θερμικά ανοδικά ρεύματα που οφείλονται από υπερθέρμανση αέρος δημιουργώντας έτσι μέτωπο.
γ) Από υπερθέρμανση της επιφάνειας του εδάφους ή της θάλασσας όπου εμφανίζεται η κατακόρυφα ανύψωση και
δ) Από στροβίλους, που οφείλονται από την τριβή του ανέμου σε διάφορες εξάρσεις της επιφάνειας του εδάφους.
Τα υδροσταγονίδια από τα οποία αποτελούνται
τα νέφη αφενός είναι άπειρα αφετέρου είναι τόσο μικρά που η διάμετρος αυτών
είναι μόλις 1/100 του χιλιοστομέτρου. Οι θερμομετρικές μετρήσεις απέδειξαν πως ο
αέρας στα σύννεφα είναι ψυχρότερος από εκείνον που είναι γύρω τους.
-Και εδώ γεννιέται εύλογα η απορία: Αφού ο ψυχρός αέρας είναι βαρύτερος του
θερμού και οι υδροσταγόνες που αποτελούν τα νέφη είναι βαρύτερα του αέρος με
αποτέλεσμα ν΄ αυξάνεται το βάρος των νεφών, γιατί δεν πέφτουν αυτά αμέσως ως
βροχή παρά γυρνοβολάνε (μετακινούνται) στον ουρανό έρμαια των ανέμων;
-Στην αρχή δόθηκε μια αφελής απάντηση ότι οι υδροσταγόνες κατά την δημιουργία
τους πληρούνται από ευγενή αέρια που είναι συστατικά του αέρα π.χ. ήλιο ή
υδρογόνο. Η σωστή όμως απάντηση είναι πως τα σταγονίδια αυτά ακόμη και οι
παγοκρύσταλλοι είναι τόσο ελαφρά και λεπτεπίλεπτα που το βάρος τους
εξουδετερώνεται από την αντίσταση του αέρα. Αλλά ακόμη και η παραμικρότερη
κίνηση του αέρα τα συγκρατεί και δεν πέφτουν. Σημειώνεται πάντως πως εκτός από
τα ανοδικά ρεύματα του αέρα που συγκρατούν έτσι κι αλλιώς τα σύννεφα, σε πολλές
περιπτώσεις και μέσα στα σύννεφα κινείται ο αέρας από την βάση τους μέχρι την
κορυφή τους. Έτσι τα υδροσταγονίδια εξακολουθούν να "επιπλέουν" και να
αιωρούνται μέσα στην μάζα τους και κατ΄ επέκταση τα σύννεφα σαν σύνολα αυτών
στον ατμοσφαιρικό αέρα.
Ο αέρας (οι αέριες μάζες της ατμόσφαιρας), που περιβάλλει τη Γη βρίσκεται σε συνεχή «οριζόντια» και «κατακόρυφη» κίνηση.
Η όποια αισθητή «οριζόντια κίνηση» του αέρα
ονομάζεται άνεμος.
Η όποια αισθητή «κατακόρυφη κίνηση» του αέρα ονομάζεται ρεύμα, και αν μεν
είναι από κάτω προς τα επάνω λέγεται ανοδικό, το αντίθετο καθοδικό.
Πρωταρχική γενεσιουργός αιτία του ανέμου είναι η διαφορά της θερμοκρασίας του αέρος που με τη σειρά της δημιουργεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις, διαφορές βαρομετρικής πίεσης μεταξύ παρακείμενων τόπων. Αν δύο συνεχόμενες περιοχές παρατηρηθεί να μην έχουν την αυτή θερμοκρασία τότε η ατμοσφαιρική πίεση της περισσότερο ψυχρής θα είναι μεγαλύτερη της άλλης (της θερμότερης), με αποτέλεσμα να κινηθεί αέρια μάζα από τη ψυχρότερη στη θερμότερη περιοχή.
Στοιχεία ανέμου θεωρούνται η διεύθυνση και η ένταση ή ισχύς του. Και τα δύο αυτά στοιχεία μπορούν να προσδιοριστούν από τα ανεμομετρικά όργανα που είναι οι ανεμοδείκτες και τα ανεμόμετρα.
Η διεύθυνση του ανέμου χαρακτηρίζεται από το σημείο του ορίζοντα απ΄ όπου πνέει ο άνεμος και όχι προς τα που πνέει ο άνεμος. Εκφράζεται δε είτε σε μοίρες (αρχής γενομένης από τον γήϊνο μαγνητικό Βορρά), είτε με σύμβολα ανεμολογίου είτε ονομαστικά (επίσημα ή γραικολεβαντίνικα όπως λέγονται τα κοινά. Επίσης και με πολλά άλλα ονόματα χαρακτηρίζονται οι ανέμοι ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους, τον τόπο, την ένταση και τη κατεύθυνσή τους. Εκτός από τα τοπικά τους ονόματα, οι άνεμοι στην Ελλάδα φέρουν ανάλογα με την κατεύθυνση προέλευσής τους δύο ονόματα: Ένα επίσημο και ένα κοινό. Στον παραπάνω πίνακα παρουσιάζονται τα ονόματα των κυρίων ανέμων (δηλαδή αυτών που πνέουν απο κατεύθυνση πολλαπλάσια των 45 μοιρών) με Ελληνικό σύμβολο κατεύθυνσης, επίσημο όνομα, κοινό ή γραικολεβαντίνικο, διεθνές σύμβολο (ΔΣ) και όνομα διεθνές
|
Κατεύθυνση |
Επίσημο |
Κοινό |
Δ.Σ. |
Όνομα διεθνές |
|
Β (000°) |
Βορράς |
Τραμοντάνα, Βοριάς |
N |
North |
|
ΒΑ (045°) |
Μέσης |
Γραίγος |
NE |
Northeast |
|
Α (090°) |
Απηλιώτης |
Λεβάντες |
E |
East |
|
ΝΑ (135°) |
Εύρος |
Σορόκος |
SE |
Southeast |
|
Ν (180°) |
Νότος |
Όστρια, Νοτιάς |
S |
South |
|
ΝΔ (225°) |
Λιψ |
Γαρμπής |
SW |
Southwest |
|
Δ (270°) |
Ζέφυρος |
Πουνέντες |
W |
West |
|
ΒΔ (315°) |
Σκίρων |
Μαϊστρος |
NW |
Northwest |
Εκτός από το σημείο του ορίζοντα οι άνεμοι παίρνουν ονόματα και από την κατεύθυνσή τους σε σχέση με την μορφολογία του συγκεκριμένου τόπου. Υπάρχουν πολλά άλλα ονόματα ανέμων όπως ο μπάτης (θαλάσσια αύρα), ο Βαρδάρης (τοπικός βόρειος - βορειοδυτικός άνεμος της κεντρικής Μακεδονίας κατά μήκος του Αξιού ποταμού, κ.ά.
Η ένταση του ανέμου εκφράζεται είτε με την
πίεση την οποία ασκεί στην επιφάνεια των διαφόρων σωμάτων, είτε με την ταχύτητα
με την οποία αυτός κινείται. Στη Μετεωρολογία η ένταση του ανέμου εκφράζεται
συνήθως με την ταχύτητά του οπότε δίδεται σε μέτρα ανά δευτρόλεπτο ή σε
χιλιόμετρα ή μίλια ανά ώρα ή σε κόμβους.
Ανάλογα της έντασής του ο ένεμος χαρακτηρίζεται ως ασθενής: ασθενής, μέτριος,
ισχυρός, σφοδρός, ορμητικός, θυελλώδης, καταιγίζων κ.λπ.
|
BF |
m/s |
KT | Km/h |
| 0 | <0.4 | <1 | <1 |
| 1 | 0.4 - 1.5 | 1 - 3 | 1 - 5 |
| 2 | 1.6 - 3.3 | 4 - 6 | 6 - 12 |
| 3 | 3.4 - 5.4 | 7 - 10 | 12 - 19 |
| 4 | 5.5 - 7.9 | 11 - 16 | 20 - 29 |
| 5 | 8.0 - 10.7 | 17 - 21 | 29 - 39 |
| 6 | 10.8 -13.8 | 22 - 27 | 39 - 50 |
| 7 | 13.9 - 17.1 | 28 - 33 | 50 - 62 |
| 8 | 17.2 - 20.7 | 34 - 40 | 62 - 75 |
| 9 | 20.8 - 24.4 | 41 - 47 | 75 - 88 |
| 10 | 24.5 - 28.4 | 48 - 55 | 88 - 102 |
| 11 | 28.5 - 32.6 | 56 - 63 | 103 - 117 |
| 12 | 32.7 - 36.9 | 64 - 71 | 118 - 133 |
Επίσης ο άνεμος χαρακτηρίζεται και ως λείος ή ριπαίος, μεταβλητός ή σταθερός:
Λείος άνεμος: Χαρακτηρίζεται ο οποιοσδήποτε άνεμος στρωτός, δηλαδή χωρίς αυξομειώσεις έντασής του.
Ριπαίος άνεμος: Χαρακτηρίζεται εκείνος του οποίου η ένταση μεταβάλλεται κατά σύντομα χρονικά διαστήματα. Αν όμως η μεταβολή γίνεται κατά μακρά σχετικά διαλείματα τότε ονομάζεται μεταβλητός. Μεταβλητός όμως ονομάζεται και εκείνος που αλλάζει (μεταβάλλει) διεύθυνση, σε αντιδιαστολή με εκείνον που διατηρεί την διεύθυνσή του επί μακρό χρόνο και ονομάζεται σταθερός.
Οι επιμέρους όροι "στροφή ανέμου" και "αντιστροφή ανέμου" χρησιμοποιούνται συνήθως στα Δελτία πρόγνωσης καιρού και ιδίως στα αγγλόφωνα.
Στροφή ανέμου (veering): σημαίνει ότι η αλλαγή διεύθυνσης του ανέμου γίνεται (μεταπίπτει) σύμφωνα με την φορά των δεικτών του ωρολογίου (ανάδρομος φορά).
Αντιστροφή ανέμου (backing): σημαίνει πως η μετάπτωση της διεύθυνσης του ανέμου γίνεται αντίθετα της φοράς των δεικτών του ωρολογίου (ορθή φορά).
Η Βροχή (rain) ανήκει στα "υδατώδη μετεωρολογικά κατακρημνίσματα" ή υδρομετέωρα όπως ονομάζονται τα διάφορα φαινόμενα του υετού του οποίου άλλα επίσης είδη είναι το χιονόνερο, το χιόνι, το χαλάζι, κ.λπ.
Η βροχή μπορεί να μη μας αρέσει όταν χαλάει
κάποια εκδρομή μας ή γινόμαστε πολλές φορές μούσκεμα. Όμως η ποικιλία της ζωής,
η καλή καρποφορία της Γης εξαρτώνται από την ποσότητα του νερού που θα πέσει στη
Γη. Το νερό της βροχής δεν είναι απόλυτα καθαρό, ιδίως στις βιομηχανικές
περιοχές. Επειδή το νερό έχει πολλές διαλυτικές ιδιότητες, διαλύει ακόμη και τα
αέρια που βρίσκονται στην ατμόσφαιρα έχει ως συνέπεια να παροσιάζει γεύση όξινη,
εξ ου και "όξινη βροχή". Επίσης καθώς πέφτει παρασύρει και άλλες ουσίες που δεν
διαλύονται στο νερό ή δεν πρόλαβε να διαλύσει. Έτσι η βροχή κατά την πτώση της
παρασύρει κονιορτό, καπνιές καθώς και άλλα συστατικά που μολύνουν την
ατμόσφαιρα. Και αυτό γίνεται αντιληπτό από τα λασπώδη κατάλοιπα με τα οποία
λερώνονται αντικείμενα, αυτοκίνητα κ.λπ όταν βρίσκονται σε ακάλυπτους χώρους.
Μερικές φορές η βροχή είναι κοκκινωπή. Τέτοια βροχή παρατηρείται και στη Χώρα
μας όπως και σ΄ άλλες Μεσογειακές Χώρες, γνωστές και ως "αιματοειδείς βροχές".
Αυτές οφείλονται σε ανέμους νοτίων διευθύνσεων, που μεταφέρουν από την Β. Αφρική
πολύ λεπτή κοκιννωπή άμμο, που όμως η βροχή την παρασύρει κατά την πτώση της.
Η βροχή σχηματίζεται όταν τα μόρια των
υδρατμών που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα και δημιουργούν τα νέφη ή σύννεφα τα οποία
με την σειρά τους συμπυκνώνονται πάνω σε ένα κέντρο συμπύκνωσης, συνήθως έναν
κόκκο σκόνης, αρχίζοντας έτσι να σχηματίζουν σταγόνες. Όταν η μάζα της σταγόνας
ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο όριο, έλκεται λόγω βαρύτητας και πέφτει στη γη.
Μερικές φορές, η βροχή δεν φθάνει στο έδαφος όταν ο αέρας ανάμεσα στα σύννεφα
και στο έδαφος είναι πολύ ξηρός.
Η διάμετρος των σταγονιδίων της βροχής που φθάνουν μέχρι την επιφάνεια της Γης
κυμαίνεται από 0,05-0,06 εκ. Όταν βεβαίως έλθουν σε επαφή με ψυχρή επιφάνεια
μπορεί και να παγώσουν.
Η πτώση βροχής από τα σύννεφα ονομάζεται βροχόπτωση. Η ένταση της βροχόπτωσης μετριέται με βάση τα χιλιοστά βροχής που πέφτουν ανά ώρα και μετριέται με ειδικό όργανο, το βροχόμετρο. Οι Μετεωρολόγοι ανάλογα με την ένταση της βροχόπτωσης την διακρίνουν στις ακόλουθες κατηγορίες ανάλογα με το παρατηρούμενο ύψος βροχής:
- Ασθενής: < 2 mm/h. Συνήθως φθάνει τα 0,5 mm/h. Η βροχή αυτή προέρχεται από στρωματόμορφα σύννεφα πάχους μικρότερου των 2 χλμ.
- Μέτρια: 2-6 mm/h.
- Ισχυρή: >6 mm/h. Επίσης και όταν το ύψος της βροχής σε μισή ώρα είναι μεγαλύτερο των 4 mm. Η βροχή αυτή είναι απότομη με μεγάλες σταγόνες και πολλές φορές συνοδεύεται και από χαλάζι.
Επίσης ανάλογα με τον τρόπο σχηματισμού των βροχοπτώσεων οι βροχές διακρίνονται σε:
Βροχές κατακόρυφης μεταφοράς: Ο τύπος αυτός της βροχής προέρχεται από σύννεφα ανοδικών ρευμάτων δηλαδή από σωρείτες και σωρειτομελανίες. Οι Χώρες που βρίσκονται μακριά από τον Ισημερινό έχουν βροχές αυτού του τύπου, κυρίως το Καλοκαίρι.
Βροχές του Ανάγλυφου ή Ορογραφικές βροχές: Οι βροχές αυτού του τύπου παρατηρούνται κυρίως στις βουνοπλαγιές που έχουν προσανατολισμό προς τις ακτές. Ο αέρας που πνέει πάνω από τις θάλασσες και του Ωκεανούς είναι πλούσιος σε υδρατμούς. Όταν φθάσει στη ξηρά έχει να υπερπηδήσει τις εξάρσεις (βουνά) που θα συναντήσει. Καθώς ανυψώνεται λοιπόν πάνω στις βουνοπλαγιές ψύχεται, οι υδρατμοί συμπυκνώνονται και τους εγκαταλείπει ως βροχή. Έτσι στη συνέχεια όταν ο αέρας κατέρχεται από την άλλη πλευρά τις βουνοπλαγιές είναι σχεδόν χωρίς υδρατμούς. Γι΄ αυτό και οι βουνοπλαγιές που έχουν προσανατολισμό αντίθετα των ακτών έχουν γενικά κλίμα ξηρό.
Μετωπικές βροχές ή Βροχές μετώπου: Στις περισσότερες περιοχές της Υδρογείου ο σπουδαιότερος τύπος βροχοπτώσεων είναι οι "Μετωπικές βροχές". Καλύπτουν πολλές εκατοντάδες χιλιομέτρων μόνο σε μία ημέρα. Δημιουργούνται όταν οι άνεμοι μεταφέρουν θερμότητα από τις τροπικές περιοχές προς τους Πόλους και στα μέσα γεωγραφικά πλάτη. Ενώ άλλοι άνεμοι αντιθέτων διευθύνσεων από τις αρκτικές περιοχές πνέουν προς τον Ισημερινό. Στην περιοχή που συναντώνται σχηματίζουν μέτωπο. Επίσης σχηματίζεται ύφεση καθώς ο θερμός αέρας ανέρχεται πάνω από τον ψυχρό. Αυτή η ύφεση δημιουργεί συχνά σταθερή βροχή σε περιοχές μεγάλης έκτασης.
Όξινη βροχή (acid rain): χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε βροχόπτωση που περιέχει ρύπους, όπως διαλύματα θειούχων ενώσεων που επιδρούν δυσμενώς στα φυτά και στα ζώα. Οι ρυπογόνες αυτές ουσίες που μολύνουν την ατμόσφαιρα είναι προϊόντα καύσης ορυκτών υλών όπως το πετρέλαιο και οι γαιάνθρακες.
Το χαλάζι είναι μια μορφή υετού, που εμφανίζεται όταν η υγρασία της ατμόσφαιρας συμπυκνώνεται πάνω σε σκόνη ή άλλα κέντρα συμπύκνωσης, όπως μπορεί να είναι μικρά έντομα ή κρύσταλλοι πάγου, ενώ η θερμοκρασία είναι κάτω από τους 0° Κελσίου. Οι μικροί πυρήνες των κόκκων που σχηματίζονται κατ' αυτό τον τρόπο μεγαλώνουν γρήγορα, καθώς η τάση των κορεσμένων ατμών πάνω από τον πάγο είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη πάνω από νερό. Οι κόκκοι μπορούν να μεγαλώσουν κι άλλο, καθώς η λανθάνουσα θερμότητα που απελευθερώνεται από τη στερεοποίηση του νερού λιώνει το εξωτερικό περίβλημα, κάτι που επιτρέπει τη συνένωση κόκκων μεταξύ τους. Όταν ο χαλαζόκοκκος γίνει αρκετά βαρύς ώστε να μην παρασύρεται απ' τον άνεμο, πέφτει προς το έδαφος. Οι κόκκοι του χαλαζιού μπορεί να έχουν μέγεθος από μερικά χιλιοστά μέχρι μερικά εκατοστά.
Το χαλάζι προκαλεί εκτεταμένες καταστροφές σε καλλιέργειες, ενώ έχουν αναφερθεί και αρκετοί θάνατοι ανθρώπων που εκτέθηκαν σε πολύ έντονη χαλαζόπτωση.
Η Καταιγίδα (Thunderstorm) είναι ένα μετεωρολογικό φαινόμενο που συνοδεύεται από αστραπές, κεραυνούς, μερικές φορές χαλάζι και πάντα με έντονη βροχόπτωση και ισχυρούς ανέμους. Σπανίως εμφανίζονται και ανεμοστρόβιλοι μαζί με τις καταιγίδες, αλλά μόνο σε ορισμένα σημεία στον κόσμο. Καταιγίδα λέγεται κάθε βίαιη ατμοσφαιρική διατάραξη (συνεπώς κακοκαιρία) που συνοδεύεται από ηλεκτρικές εκκενώσεις.
Για να δημιουργηθεί μια καταιγίδα πρέπει να εκπληρώνονται κάποιες προϋποθέσεις που είναι ακριβώς εκείνες του ασταθή και υγρού καιρού. Η πιο σημαντική από αυτές είναι να συμβεί μία μεγάλη διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα στο έδαφος και στην ανώτερη ατμόσφαιρα, δηλαδή η καθ΄ ύψος θερμοκρασία πρέπει να μειώνεται έντονα σταδιακά με ρυθμό τουλάχιστον 0,6 βαθμούς Κέλβιν ανά 100 μέτρα. Έτσι η αέρια μάζα που θερμαίνεται έχει ως συνέπεια να ανυψώνεται αφού είναι πιο ζεστή και επομένως πιο ελαφριά από ότι ο περιβάλλων αέρας της. Έτσι συνεχίζει να ανεβαίνει στην ατμόσφαιρα. Ένας άλλος εξίσου σημαντικός παράγοντας για την δημιουργία μιας καταιγίδας είναι η ύπαρξη αυξημένης υγρασίας στα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας,κοντά στο έδαφος. Και για να αρχίσει να ανεβαίνει η υγρή και θερμή αέρια μάζα χρειάζεται ένα "σπρώξιμο" προς τα πάνω. Αυτό το σπρώξιμο μπορεί να είναι η ηλιακή ενέργεια ή ένας λόφος.
Αφού όλες οι απαιτούμενες προυποθέσεις έχουν εκπληρωθεί,η αέρια μάζα με τους υφιστάμενους σ΄ αυτή υδρατμούς αρχίζει να ανυψώνεται. Όταν φτάσει σε ένα ορισμένο ύψος, στο σημείο δρόσου, τότε ψύχεται. Το υψόμετρο στο οποίο θα φτασει στο σημείο δρόσου,και επομένως να συμπυκνώνεται, εξαρτάται από την σχετική υγρασία. Έτσι δημιουργούνται τα σύννεφα κατακόρυφης ανάπτυξης που λέγονται σωρείτες (Cumulus). Αν το ανοδικό ρεύμα συνεχίσει να υπάρχει τα σύννεφα μεγαλώνουν και διογκώνονται κατακόρυφα, και όταν το ανώτερο μέρος του συννέφου έχει φτάσει σε τέτοιο υψόμετρο ώστε αρχίζει και παγώνει, τότε μιλάμε για σωρειτομελανίες (Cumulonimbus). Συνήθως το επίπεδο παγοποίησης αυτών των συννέφων είναι γύρω στα 10 χιλιόμετρα από την επιφάνεια του εδάφους, σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι και 12 χιλιόμετρα. Στις τροπικές περιοχές φτάνουν σε ύψος ακόμη και τα 18 χιλιόμετρα.
Στην πραγματικότητα οι υδροσταγόνες στα νέφη αυτά κυριολεκτικά αναρπάζονται στροβιλιζόμενα προς τα πάνω από πολύ ισχυρά ανοδικά ρεύματα που επικρατούν σ΄ αυτά τα νέφη. Οι σταγόνες αυξάνουν μεν κατά μέγεθος αλλά όχι απεριόριστα. Όταν αυτές αποκτήσουν ένα ορισμένο μέγεθος (διάμετρο περίπου 5-6 mm) λόγω της αντίστασης του αέρα διασπώνται σε μικρότερες. Κατά την διάσπασή τους απελευθερώνονται ηλεκτρικά φορτία θετικά και αρνητικά, που όμως κατανέμονται χωριστά στα διάφορα μέρη του νέφους μεταξύ της βάσης του και της κορυφής του. Όταν το δυναμικό μεταξύ των θετικών και αρνητικών φορτίων αυξηθεί αρκετά επέρχεται εκκένωση υπό μορφή ηλεκτρικού σπινθήρα. Η εκκένωση αυτή μπορεί να γίνει μεταξύ του νέφους και της Γης, ή μεταξύ δύο νεφών ή ακόμη και μεταξύ επιμέρους τμημάτων του ίδιου του νέφους.
Από παρατηρήσεις έχει γίνει γνωστό πως οι καταιγίδες που συνοδεύονται από "αστραπόβροντα και κεραυνούς" όπως δημωδώς χαρακτηρίζει ο ελληνικός λαός τις ηλεκτρικές καταιγίδες, σχετίζονται με την παρουσία σωρειτομελανιών που χαρακτηρίζονται από τις κρυσταλλικές κορυφές τους και τα ισχυρά ανοδικά ρεύματα που συμβαίνουν σ΄ αυτά. Τα νέφη λοιπόν αυτά στα ανώτερα μέρη τους φέρουν θετικά ηλεκτρικά φορτία ενώ στα κατώτερα αρνητικά φορτία με εξαίρεση μια λεπτή στοιβάδα κοντά στη βάση τους που είναι φορτισμένη θετικά. Η κατανομή αυτή του ηλεκτρικού φορτίου στα κατώτερα τμήματα του νέφους φορτίζει "εξ επαγωγής" θετικά το έδαφος που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το νέφος. Παρότι σε μικρή κάτω του νέφους περιοχή η επιφάνεια της Γης φέρει αρνητικό φορτίο.
Έτσι η πρώτη ηλεκτρική εκκένωση συμβαίνει περίπου στα πρώτα 10 μέχρι 20 λεπτά της ώρας από την στιγμή που θα εντοπιστούν οι πρώτες βροχοσταγόνες από το ραντάρ.
Η προέλευση αλλά και η κατανομή του
ηλεκτρικού φορτίου μέσα στα καταιγιδοφόρα νέφη προκάλεσαν αδιάκοπες συζητήσεις
από την εποχή που ο Αμερικανός Βενιαμίν Φραγκλίνος, διατρέχοντας ο ίδιος
κινδύνους, πρώτος απέδειξε στη 10ετία του 1730 πως ο κεραυνός στην
πραγματικότητα είναι ηλεκτρική εκκένωση και όχι κάποια καιόμενη βολίδα. Έτσι
ερμνηνεύτηκε πως διασπόμενες οι υδροσταγόνες φέρουν θετικό φορτίο που μεταφέρουν
προς τα κάτω. Από την άλλη πάλι οι λεπτές ψεκάδες που προέχονται αποσπώμενες από
τις επιφάνειες των υδροσταγόνων μεταφέρουν το αρνητικό τους φορτίο προς τα άνω.
Αλλά και πάλι η θεωρία αυτή δεν εξήγησε το πολύ μεγαλύτερο πρότυπο της θετικά
φορτισμένης οροφής και των αρνητικά φορτισμένων βάσεων. Πιθανώς όμως το θέμα να
έχει να κάνει με την παγοποίηση των κορυφών των νεφών αυτών.
Μια σημαντική επίσης φάση στο φαινόμενο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί όταν
οι υπέρτηκτες υδροσταγόνες παγώνουν. Οπότε και οι πυρήνες πήξης φορτίζονται
αρνητικά ενώ οι μικροσκοπικές σχίζες τους που αποσπώνται από τους
παγοκρυστάλλους και κινούνται προς τα πάνω φορτίζονται θετικά.
Η Ομίχλη (fog) είναι ένα φυσικό φαινόμενο που συμβαίνει στην ατμόσφαιρα, πολύ κοντά στην επιφάνεια του εδάφους ή της θάλασσας, που αποτελείται από πολύ μικρά υδροσταγονίδια προερχόμενα από την συμπήκνωση των υδρατμών της ατμόσφαιρας.
Το να ισχυρισθεί κάποιος ότι έχει ταξιδέψει μέσα στα σύννεφα δεν προκαλεί εντύπωση ως σύνηθες φαινόμενο στην αεροπορία. Αλλά και ακόμα αν ισχυρισθεί κάποιος ότι έχει περπατήσει μέσα σε σύννεφα, δεν θα πρέπει ούτε αυτό να προκαλέσει ανησυχία πενυματικής κατάστασης του ισχυριζόμενου αφού οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν βρεθεί μέσα σε ομίχλη. Συνεπώς η ομίχλη είναι νέφος που σχηματίζεται πολύ κοντά στην επιφάνεια της Γης. Σε παρατήρηση μιας βουνοκορφής πιθανώς αυτή να χάνεται μέσα σε νέφη, αν όμως ο παρατηρητής βρεθεί στη εν λόγω βουνοκορφή θα διαπιστώσει ότι βρίσκεται μέσα σε ομίχλη. Συνεπώς τα σύννεφα και η ομίχλη είναι ένα και το αυτό φαινόμενο και μόνο το ύψος από την επιφάνεια της Γης είναι αυτό που τα προσδιορίζει.
Επειδή η ομίχλη σχηματίζεται πολύ κοντά στην επιφάνεια της Γης προκαλεί ελάττωση της ορατότητας δημιουργώντας προβλήματα στις συγκοινωνίες ξηράς, θάλασσας και αέρα και ιδιαίτερα στις απο-προσγειώσεις των αεροσκαφών. Για τον λόγο, αυτό και η ορατότητα, εξετάζεται παράλληλα με την ομίχλη, προσδιορίζοντας έτσι την κατηγορία της δεύτερης.
Η ομίχλη δεν είναι πλέον υδρατμοί αλλά λεπτότατα σταγονίδια νερού που βρίσκονται στον αέρα και που σχηματίσθηκαν πάνω στα αναρίθμητα σωματίδια που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Στο ερώτημα αφού το νερό είναι βαρύτερο του αέρα γιατί αυτά δεν πέφτουν όπως η βροχή αλλά αιωρούνται, η απάντηση είναι πως πράγματι αυτά πέφτουν, αλλά τα υδροσταγονίδια της ομίχλης είναι τόσο μικροσκοπικά και ελαφρά που η παραμικρή πνοή του ανέμου δεν τ΄ αφήνει στο μεγαλύτερο μέροας τους να πέσουν αλλά μένουν αιωρούμενα κοντά στην επιφάνεια της Γης, όσα δε πέφτουν, η πτώση τους είναι πολύ αργά τόσο που δεν γίνεται άμεσα αισθητή αυτή ως βροχή. Γίνεται όμως αντιληπτή από το αποτέλεσμα όπως τα ρούχα που υγραίνονται, η εκείνα που έχουν απλωθεί και δεν στεγνώνουν κ.λπ.
Γενικά η ομίχλη σχηματίζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
1)Όταν υπάρχουν όσο το δυνατόν περισσότεροι πυρήνες συμπήκνωσης των υδρατμών δηλαδή μεγαλύτερος αριθμός σωματιδίων και
2)Όταν ο αέρας είναι κορεσμένος από υδρατμούς (Σχετική υγρασία 100%).
Αστραπή ονομάζεται ο τεράστιος ηλεκτρικός σπινθήρας που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο διαφορετικά νέφη ή μεταξύ δύο διαφορετικών τμημάτων του ίδιου του νέφους ή ανάμεσα σε ένα νέφος και στο έδαφος οπότε και ειδικότερα ονομάζεται κεραυνός. Η αστραπή αποτελεί μετεωρολογικό φαινόμενο.
Ο σπινθήρας αυτός δημιουργείται όταν η συσσώρευση στατικού ηλεκτρισμού υπερνικά τη φυσική αντίσταση που προβάλλει ο αέρας στη δίοδο ενός ηλεκτρικού ρεύματος. Όταν ο αέρας είναι ξηρός τότε η αντίσταση αυτή είναι μεγάλη. Όταν όμως περιέχει υδροσταγόνες αναπτύσσεται τάση περίπου 10 εκατομμυρίων βολτ (Volt) που προκαλεί ηλεκτρική εκκένωση, δηλαδή δίοδο ηλεκτρικού ρεύματος μέσα από τον αέρα που συνοδεύεται από μια λάμψη, την αστραπή.
Στην Αγγλία οι αστραπές συμβαίνουν κατά τα
2/3 ανάμεσα σε διαφορετικά τμήματα του ίδιου του νέφους. Στη Ν. Αφρική η
αναλογία αυτή είναι 9/10.
Στη πραγματικότητα οι αστραπές μεταξύ τους, ανεξάρτητα της μορφής που
παρατηρούνται διχαλωτές ή διάχυτες δεν παρουσιάζουν καμία ουσιώδη διαφορά. Η
διάχυτη αστραπή είναι απλά η διάχυτη λάμψη που παρατηρείται από μια διχαλωτή
αστραπή που συγκαλείπτεται από τη βροχή ή το νέφος εντός του οποίου
δημιουργείται.
Η Αστραπή απελευθερώνει μεγάλη ποσότητα ενέργειας, περίπου 1010 τζάουλ σε χρόνο λιγότερο από ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου. Τα 3/4 της ενέργειας αυτής ξοδεύονται για τη θέρμανση του αέρα, που μεταβιβάζει το ρεύμα ως θερμοκρασία 15.000 βαθμών Κελσίου. Ο πυρακτωμένος αυτός αέρας (και όχι ο ηλεκτρισμός που τον θερμαίνει) είναι αυτό που λέγεται αστραπή. Η ξαφνική αυτή και έντονη θέρμανση κάνοντας τον αέρα να διαστέλλεται απότομα, δημιουργεί ένα κύμα κρούσης που ο ήχος του είναι η βροντή. Μια ηλεκτρική εκκένωση που συμβαίνει πάνω από το σημείο ενός παρατηρητή ακούγεται ως ένας και μοναδικός εκκωφαντικός κρότος. Όταν όμως η εκκένωση αυτή γίνει μακριά ο ίδιος θόρυβος ακούγεται λίγο συνεχόμενος ως «μπουμπουνητό» που διαρκεί ίσως και κάποια δευτερόλεπτα, αυτό συμβαίνει διότι η βροντή ακούγεται από διάφορες αποστάσεις καθώς ανακλάται ο ήχος από τα νέφη, το έδαφος, τις εξάρσεις του και από τα κτίρια μέσα σε μια πόλη.